Friday, November 18, 2011

Μια μέρα σαν της άλλες.


Σήμερα μίλησα με τον αδελφό μου στην Αθήνα, μέσω Skype όπως συνήθως. Είναι πραγματικά φοβερό το πώς αλλάζει ο τόνος της φωνής κάποιου και το πώς το αντιλαμβάνεσαι αμέσως εάν κάτι συμβαίνει έστω και εάν συζητάς τα ίδια ακριβώς πράγματα. Με το που είπε "εκεί όλα καλά?" κατάλαβα αμέσως ότι στην από κεί μεριά κάτι δεν πήγαινε καλά. Από ότι φαίνεται η μάνα χειροτερεύει, τα χάνει σιγά σιγά. Εκεί που τρώει μένει κόκαλο, εκεί που τις μιλάς χάνεται. Σήμερα πήρε το τηλέφωνο να αλλάξει κανάλι στην τηλεόραση και περίμενα κανένα δεκάλεπτο απορημένη γιατί δεν λειτουργεί το τηλεκοντρόλ μέχρι που ο Αντώνης της είπε ότι με το τηλέφωνο δεν αλλάζει η τηλεόραση. Η αξονική δεν έδειξε εγκεφαλικό αλλά αύριο Σάββατο θα μπει μέσα στο νοσοκομείο για εξετάσεις, μαγνητική και τα λοιπά.

Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε που έπαθε το εγκεφαλικό. Θυμάμαι ότι είχα κλείσει εισιτήριο να πετάξω για Ελλάδα Τρίτη και το Σάββατο μου κλέψανε τη μηχανή μέσα από τη Harley Davidson. Όταν έφτασα πήγα αμέσως στο νοσοκομείο και ήτανε σε μαύρο χάλι, είχε συνέλθει από το εγκεφαλικό και είχε ξεπεράσει τον κίνδυνο αλλά ήτανε χάλια. Με δυσκολία μπορούσε να μιλήσει, και ούτε που καταλαβαίνεις τι έλεγε, δεν μπορούσε να σηκώσει το χέρι, δεν μπορούσε να φάει, να καταπιεί νερό με το καλαμάκι,  πνιγότανε και γενικά άστα να πάνε. Τελικά συνήλθε, έγινε λίγο καλύτερα και τώρα πάλι τα ίδια.

Τέλος πάντων, από αλλού ξεκίνησα και αλλού πάω να καταλήξω. Σκεφτόμουνα σήμερα πια ήτανε η πραγματική αιτία που έμεινα στη Αμερική και δεν γύρισα πίσω. Από ότι φαίνεται ήταν από τις καλύτερες επιλογές που έχω κάνει ποτέ στην ζωή μου, σκεφτόμενος και μόνο ότι έχω ψωμί να φάω, και κρασί να πιω, και κάτι παραπάνω, μέχρι στιγμής γιατί έτσι όπως πάνε τα πράγματα στο κόσμο δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Αλλά κάπου μέσα μου νομίζω ότι η πραγματική αιτία είναι ότι ήθελα να ξεφύγω από όλους και όλα, να αποφύγω όλα τα δυσάρεστα και όσα φέρνει η ζωή στους άλλους και σε εσένα. Δεν ξέρω πώς θα νιώθω όταν θα φύγουν και οι δύο αλλά ήδη νιώθω ενοχές που τα τελευταία χρόνια της ζωής τους δεν ήμουνα εκεί, και πόσο τους έλειπα. Και πως σε πληρώνει η ζωή με το ίδιο νόμισμα, να ζω τώρα και εγώ τώρα μακριά από το γιο μου. Η ειμαρμένη...

Με ένα ποτήρι courvoisier σκέφτομαι και γράφω όλα αυτά τα οποία δεν ξέρω εάν θα έπρεπε η όχι. Και σκέφτομαι και τον Αντώνη. Που όπως πάντα τα έκανε σκατά στη ζωή του, και άμα καμία φορά τύχη και το διαβάσει αυτό και δεν είμαι εδώ ας μην παραπονεθεί, το ξέρει ότι για ότι μας συμβαίνει φταίμε εμείς οι ίδιοι και οι επιλογές μας και κανένας άλλος, το ίδιο ισχύει και για μένα. Κάθεται τώρα στην Αθήνα και τους γηροκομεί και τους δυο, με όλη την ένταση, την γκρίνια, τους τσακωμούς. Αυτός τους έτρεχε και τους δύο για να μην πω ότι τον γέρο τον γύρισε πίσω από τον άλλο κόσμο όταν του έπεσε η πίεση και του γύρισε η γλώσσα. Και ο Παναγιωτάκης, μάγκας. Τώρα που τον βλέπω τελευταία όλο και πιο πολύ σαν αντράκι μοιάζει, και μεγαλώνει, και καταλαβαίνει.

Νομίζω καμία φορά ότι μένοντας στη Νέα Υόρκη ξεγέλασα την ζωή. Αλλά τελικά μάλλον αυτή ξεγέλασε εμένα και πέρασε και μου έκλεισε το μάτι. "Θυμάσαι τι έλεγες για τους άλλους? Κοίτα τώρα εσένα και βούλωστο..."

Υστερόγραφο. Αφού είμαι τόσο ευθυνόφοβος και η ζωή περνάει τόσο γρήγορα αποφάσισα να κάνω ότι μου κατέβει και μάλιστα όσο πιο γρήγορα γίνεται, έτσι ακριβώς όπως δέκα, είκοσι, τριάντα χρόνια πιο πριν.

No comments:

Post a Comment